Η πολιορκία της Θεσσαλονίκης το 597

Η πολιορκία της Θεσσαλονίκης από τους Αβαροσλάβους το 597.

Τον 6ο αι., η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήρθε αντιμέτωπη με τις επιδρομές των Αβάρων και Αβαροσλάβων στα Βαλκάνια. Οι Άβαροι, είτε Ούννοι είτε οι Jou Jan των κινεζικών πηγών είτε μείγμα διάφορων ευρωπαϊκών και ασιατικών φυλών, πιεζόμενοι από τουρκικά φύλα μέσα σε λίγες δεκαετίες έφτασαν από την Κεντρική Ασία (Αράλη και ανατολικότερα) στα εδάφη βόρεια του Δούναβη. Οι επιδρομές τους στη βυζαντινή βόρεια χερσόνησο του Αίμου άρχισαν το 573-579, όταν κατέλαβαν το Σίρμιο (στη σημ. ΒΔ Σερβία). Το Βυζάντιο, που ήταν διαρκώς απασχολημένο με τους Πέρσες στην Ανατολή, τους αντιμετώπιζε άλλοτε με καταβολή ετησίων χορηγιών και άλλοτε με στρατιωτικές επιχειρήσεις. Το 597, έπειτα από άρνηση του αυτοκράτορα Μαυρίκιου για ικανοποίηση ενός ακόμη αιτήματος του χαγάνου («Χαν») των Αβάρων, έλαβε χώρα η πρώτη πολιορκία της Θεσσαλονίκης (22-29 Σεπτεμβρίου) από τους Αβάρους και τους υποτελείς τους Σλάβους. Εναλλακτικά, η πολιορκία ίσως έλαβε χώρα το 586, ωστόσο το 597 παρουσιάζει λιγότερα ερμηνευτικά προβλήματα. Μοναδική πηγή για τα συμβάντα είναι το αγιολογικό κείμενο των «Θαυμάτων του Αγίου Δημητρίου», που αποτελείται από δύο συλλογές (Α΄ Συλλογή, θαύματα 13ο και 15ο, γραμμένα κατά τις αρχές της βασιλείας του Ηράκλειου), και που αν και σκοπό έχει την εξύμνηση του πολιούχου της πόλης, διασώζει αρκετά ιστορικά ακριβή στοιχεία. Η Θεσσαλονίκη του 6ου αι. είναι πρωτεύουσα της υπαρχίας Ιλλυρικού (Δ. Βαλκάνια).

Πριν από την πολιορκία είχε προηγηθεί λοιμός στη Θεσσαλονίκη, που είχε κρατήσει ώς τα τέλη Ιουλίου του 597 και είχε αποδεκατίσει την πόλη. Το πλήθος των πολιορκητών ήταν αρκετά μεγάλο, και Κυριακή βράδυ, 22/9, είχαν φτάσει μπροστά στα δυτικά τείχη αλλά και από τα βόρεια δύσβατα μέρη. Οι Θεσσαλονικείς είχαν να δουν τόσο μεγάλο ξένο στράτευμα πρώτη φορά μετά από αιώνες, πράγμα που σημαίνει ότι έως τότε η Μακεδονία δεν είχε υποστεί σοβαρές επιδρομές, και όπως λέει το κείμενο, οι περισσότεροι δεν γνώριζαν την όψη των ξένων, σημάδι ότι δεν υφίσταντο ακόμη σλαβικές εγκαταστάσεις στην περιοχή. Πέρα από τον λοιμό, άλλοι στρατεύσιμοι πολίτες βρίσκονταν αποκλεισμένοι εκτός πόλης γιατί είχαν βγει έξω από αυτήν για να τρυγήσουν τα αμπέλια τους, και, τέλος, τμήμα της τακτικής στρατιωτικής δύναμης είχε κατέλθει στη νότια Ελλάδα για άλλες επιχειρήσεις.

Πρώτη ενέργεια των Αβαροσλάβων ήταν η κυρίευση και λεηλάτηση του φρουρίου της Αγίας Ματρώνας, που βρισκόταν κοντά στο σημερινό «Φιλίππειο» («Καρά Τεπέ»). Την επόμενη μέρα (Δευτέρα), αφού περικύκλωσαν την πόλη «σαν θανατηφόρο στεφάνι» και από τα ανατολικά τείχη, προσπάθησαν με σκαλωσιές να καταλάβουν τα τείχη, αλλά απέτυχαν. Ο μεγάλος αριθμός των αβαροσλαβικών στρατευμάτων και η έλλειψη επισιτισμού, σε συνδυασμό με την μεγάλη πορεία από βορρά προς τη Θεσσαλονίκη, τα ανάγκαζε να λεηλατούν ό,τι βρουν από τη σοδειά των γειτονικών στην πόλη αγρών (σιτάρι κ.λπ.), και να πέσουν σαν ακρίδες σε χωράφια και δέντρα, για να ικανοποιήσουν την πείνα τους, αιχμαλωτίζοντας παράλληλα όσους Θεσσαλονικείς έβρισκαν εκεί.

Το βράδυ της Δευτέρας προς Τρίτη, οι πολιορκητές κατασκεύασαν πολιορκητικές μηχανές (ελεπόλεις, δηλαδή καταπέλτες, χελώνες «με λοξή σκεπή», κριούς, και πάνω από πενήντα πετροβόλα μόνο στα δυτικά τείχη). Την Τρίτη, έφεραν τις χελώνες στο προτείχισμα του δυτικού τείχους προκειμένου να το ανασκάψουν. Παράλληλα, θέλοντας να εισχωρήσουν στο λιμάνι, που βρισκόταν στη ΝΔ γωνία της πόλης και προστατευόταν από τείχος, οι Αβαροσλάβοι έριξαν στη θάλασσα δυτικά του μια τεράστια πλωτή εξέδρα, η οποία ωστόσο «έσπασε και παρασύρθηκε στο πέλαγος», δείγμα της άγνοιας των Αβάρων για τη ναυπήγηση και πλοήγηση πλοίων. Στα ανατολικά τείχη, στην πύλη όπου σήμερα βρίσκεται το Συντριβάνι (Κασσανδρεωτική), οι πολιορκητές έφεραν έναν «σιδερομέτωπο κριό». Ωστόσο, η πύλη ήταν εφοδιασμένη με γάντζο για αντιμετώπιση τέτοιας επίθεσης, και οι πολιορκητές αποχώρησαν καίγοντας τον κριό. Οι απόπειρες γκρεμίσματος των θεμελίων του προτειχίσματος επίσης απέτυχαν έπειτα από έξοδο Θεσσαλονικέων με δόρατα, ξίφη, τόξα και ασπίδες, η οποία προκάλεσε την φυγή των Αβαροσλάβων που εργάζονταν εκεί.

Η Κασσανδρεωτική Πύλη με το προτείχισμα (πηγή: galeriuspalace.culture.gr)

Οι πολιορκητές εγκαταλείποντας κριούς, «μοχλούς, δικέλλες και χελώνες», χρησιμοποίησαν τα πετροβόλα. Ο πετροβολισμός γινόταν αδιάκοπα από τα πρωινά ώς τα μεσημέρια κατά τις επόμενες μέρες. Όμως, αν και οι Άβαροι είχαν σχετικά πρόσφατα μάθει από βυζαντινούς τεχνικούς την κατασκευή τέτοιων πολιορκητικών μηχανημάτων, δεν ήταν ακόμη ικανοί στο χειρισμό τους. Και πάλι, οι Θεσσαλονικείς κατάφεραν και έκαψαν με πυρφόρο βέλος ένα από αυτά. Ο φόβος των Αβάρων για πυρπόληση και άλλων ξύλινων πετροβόλων μηχανημάτων πιθανόν τους έκανε να τα μετακινήσουν σε μεγαλύτερη απόσταση από τα τείχη, από την οποία ωστόσο οι βολές τους ήταν δυσκολότερο να καταστρέψουν τα τείχη: Όπως μας λέει το κείμενο των «Θαυμάτων» (15ο θαύμα), καμία εχθρική πέτρα δεν κατέστρεψε το τείχος αλλά έπεφτε πιο έξω ή πιο μέσα, όπου υπήρχε κενό μεταξύ της κατοικήσιμης ζώνης και των τειχών. Μόνο μία εύστοχη βολή κατέστρεψε σε ένα σημείο μια έπαλξη και το διάδρομο πίσω της. Οι βολές, αντίθετα, των πολιορκούμενων, ήταν πιο εύστοχες σκοτώνοντας τους εχθρούς.

Η αποτυχία των Αβάρων τους ανάγκασε να αποχωρήσουν στο στρατόπεδό τους, εξέλιξη που έδωσε ευκαιρία για μια δεύτερη σύντομη έξοδο βυζαντινών στρατευμάτων από την θαλάσσια πύλη της «Ενοράτας» (ίσως η «πύλη της Ρώμης»), πολύ κοντά στο σημερινό Λευκό Πύργο. Εκεί κατέσφαξαν όσους Αβαροσλάβους βρήκαν να πλένονται στην ακρογιαλιά, και επέστρεψαν στην πόλη.

Οι μέρες περνούσαν χωρίς αποτέλεσμα, και από ό,τι φαίνεται το ηθικό των πολιορκητών άρχισε να πέφτει, και εμφανίστηκαν και σημάδια απειθαρχίας και ανταρσίας του, τόσο ανομοιογενούς άλλωστε, πλήθους. Διάφοροι, κυρίως Σλάβοι, υποτελείς των Αβάρων, είχαν αρχίσει να αυτομολούν εισερχόμενοι στη πόλη, δείγμα της έλλειψης πειθαρχίας και της κακής οργάνωσης του στρατεύματος. Αυτοί οδηγήθηκαν από τους πολίτες σε αχρηστευμένα δημόσια λουτρά. Την Κυριακή 29/9 στις δύο το μεσημέρι, έκπληκτοι οι Θεσσαλονικείς είδαν τα πλήθη των πολιορκητών να φεύγουν προς τους λόφους κραυγάζοντας κι εγκαταλείποντας το στρατόπεδο. Εκεί παρέμειναν για τρεις ώρες περίπου, και κατά τη δύση κατέβηκαν πάλι στο στρατόπεδο. Τότε άρχισαν να λεηλατούν ο ένας τις σκηνές του άλλου, γεγονός που οδήγησε σε αλληλοσφαγή μεταξύ τους με αποτέλεσμα αρκετούς νεκρούς.

Το πρωί της Δευτέρας, λιγοστοί εναπομείναντες πολιορκητές εμφανίστηκαν στις πύλες και ζήτησαν από τους Θεσσαλονικείς να τους επιτρέψουν να εισέλθουν στην πόλη, για να μην πεθάνουν από την πείνα, γιατί το υπόλοιπο στράτευμα είχε φύγει κρυφά κατά τη νύχτα φοβούμενο κι άλλη έξοδο των βυζαντινών στρατευμάτων.

Έτσι, έληξε με αίσιο τέλος για τη Θεσσαλονίκη η πολιορκία του 597. Η αποτυχία αυτή των Αβάρων, μαζί με την εμφάνιση λοιμού και στους ίδιους, ανάγκασε τον χαγάνο να ζητήσει συνθήκη ειρήνης το 598. Ωστόσο, και άλλες πολιορκίες της Θεσσαλονίκης ακολούθησαν στις επόμενες δεκαετίες, κυρίως από σλαβικά φύλα απαλλαγμένα πλέον από την υποτέλεια στους Αβάρους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s