Ο Πόντος, η προσφυγιά και το χωριό μου. Δύο πραγματικές ιστορίες.

«Η μόνη μας περιουσία είναι η μνήμη»[1]

του Δημήτρη Αλέστα, εκπαιδευτικού – υποψήφιου δημοτικού συμβούλου με το Μένουμε Θεσσαλονίκη

Όταν το 1964 ήρθε το ρεύμα στο χωριό, χάθηκε μια για πάντα και βυθίστηκε στο «σκοτεινό» παρελθόν η εικόνα του χωριού τη νύχτα. Οι νεότεροι είναι αδύνατον να φανταστούμε πως ήταν να πέφτει η νύχτα και να είναι όντως νύχτα. Χωρίς φως. Κατά τον ίδιο τρόπο, την εποχή που οι πρόσφυγες άρχισαν να φτάνουν στην ελληνική επικράτεια το 1923, κανείς από τους γηγενείς κατοίκους δεν μπορούσε τότε να αντιληφθεί το μέγεθος της καταστροφής που προηγήθηκε. Στους ανθρώπους αυτούς έλαχε να ζήσουν το πιο τραγικό κομμάτι της νεότερης ελληνικής ιστορίας, το πιο σκοτεινό, το πιο μαύρο.

Όλες οι γενιές αναμετρώνται με την ιστορία όχι μόνο για να φωτίσουν λίγο αυτό το σκοτάδι, αλλά κυρίως για να ιχνηλατήσουν και να διαπραγματευτούν μία σχέση. Τη σχέση της ιστορίας των ανθρώπων και του τόπου, με την ταυτότητά τους. Κι αν αλήθεια έχουν δίκιο οι φιλόσοφοι πως «η σχέση υποστασιάζει το είναι», δηλαδή μας κάνει να υπάρχουμε, τότε ίσως υπάρχει κάποια ελπίδα ψηλαφώντας αυτή τη σχέση να θεραπεύσουμε την ανικανότητά μας να καταλάβουμε. Το λέει με εξαιρετική ενάργεια ο τραγουδοποιός: «..και ζητώ πληροφορίες και υλικό, να φωτίσω τις αιτίες που μ’ αφήνουνε μισό..»[2].

Εκατό χρόνια δεν είναι πολλά. Μπορεί σήμερα να μην ζουν, αλλά εμείς προλάβαμε τους πρόσφυγες 1ης γενιάς. Οι ιστορίες που ακολουθούν είναι από πρώτο χέρι, από προσωπικές τους διηγήσεις.

Ιστορία Πρώτη: «Πρέπει να φύγετε απ’ αυτόν τον τόπο.

Μαζί σας θα πάρετε ό,τι μπορείτε να σηκώσετε…»[3]

Το θέμα είναι τι μπορεί να σηκώσει ένας άνθρωπος. Ειδικά όταν η ίδια του η ζωή είναι βαριά. Κι ασήκωτη. Η Ευρώπη Χαλκίδου δεν πρόλαβε να πάρει τίποτα. Και στην πορεία, σαν άλλη Σάνο Χάλο, έχασε κι αυτό το όνομα που της είχαν δώσει. Τι μπορεί να δηλώσει πιο εμφατικά το μέγεθος της καταστροφής. Ένας άνθρωπος χάνει ακόμα κι αυτό που θεωρητικά δεν μπορούν να του το πάρουν.

Παιδί, οκτώ χρονών περίπου, βρέθηκε κλεισμένη μαζί με άλλα γυναικόπαιδα στην εκκλησία του χωριού, κοιτώντας έξω τους στρατιώτες που ανέμεναν μόνο τη διαταγή για να «τελειώνουν». Το σούρουπο τη βρίσκει να ακολουθεί τον πατέρα της, που ήταν ανάμεσα στους αντάρτες που επιτέθηκαν την τελευταία στιγμή και τους έσωσαν.

Αν αφήσουμε έναν υγιή νέο άνδρα στο βουνό, είναι αμφίβολο αν θα επιβιώσει το χειμώνα. Αυτή θα περάσει πέντε χρόνια στα βουνά με τους αντάρτες. Κυνηγημένοι, περπατώντας μόνο τη νύχτα, σε σπήλαια και σε χαράδρες, χωρίς υποστήριξη από πουθενά, με κουρκούτ και μαλέζ, μέσα στα χιόνια, κόσμος πολύς. Και πείνα. Μαύρη.

Θα κατέβει από το βουνό το ’22 όταν οι Aμερικανοί θέτουν υπό την προστασία τους 300 ανήλικα και ορφανά στην περιοχή του Τοκάτ. Από τη Σαμψούντα το πλοίο θα τους βγάλει στο Βόλο, όπου τα παιδιά θα σκορπίσουνε σε διάφορα σπίτια όπου θα γίνουν υπηρέτες. Εκεί μετά τον πατέρα της, που θα φτάσει με την ανταλλαγή ένα χρόνο μετά, θα χαθεί και με την αδερφή της Περιστέρα. Επτά χρόνια θα μείνει στη Λάρισα. Αγνοούμενη. Μάταια ο πατέρας της την αναζητεί βάζοντας αγγελίες στις εφημερίδες. Τα νέα της αφεντικά της έχουν δώσει το όνομα Αναστασία και η ίδια δεν θυμάται το επώνυμο του πατέρα της: Ηλιάδης.

Καμιά φορά όμως και η τύχη «κουράζεται» να σου γυρνάει την πλάτη. Ο πατέρας θα ταξιδέψει ως τη Λάρισα και θα ξαναβρεί την κόρη του, με τη βοήθεια ενός κοινού γνωστού που έδωσε την πληροφορία. Όπως στην Οδύσσεια, όπου η Ευρύκλεια αναγνωρίζει τον Οδυσσέα από την ουλή στο πόδι του, έτσι κι εδώ στη σκηνή της αναγνώρισης στα λόγια της πρωταγωνίστριας αντηχεί καθαρά και δυνατά το στοιχείο του μύθου της αρχαίας τραγωδίας: «Από τα μάτια γνώρισα τον πατέρα μου..»

Ιστορία Δεύτερη: «Την Ελλάδαν θέλομεν και ας τρώγωμεν πέτρες..»

Ο Πάνος ο Πουρσανίδης είχε άλλη «τύχη». Είχε την τύχη της γιαγιάς μου να δει τον Ευφράτη, που τον περιγράφανε σα νά ‘τανε θάλασσα. Τόσο μεγάλος. Το τέλος του δρόμου της εξορίας γνωστό: Ντιγιαρμπακίρ, Χαλέπι κι από κει Βηρυτό. Οι Αμερικανοί που μαζεύουν τα παιδιά θέλουν να τα στείλουν στην Αμερική. Τα ρωτούν, τα συμβουλεύουν: «Η Ελλάδα είναι φτωχή. Τι θα πάτε να κάνετε εκεί; Θα πεινάσετε». Όχι. Θέλουμε να πάμε στην Ελλάδα.

Το πλοίο που θα τους πάει στην Ελλάδα, στο Λουτράκι, πέφτει κι αυτό σε φουρτούνα. Όπως έπεσε κι η ζωή τους. Μια ζωή «πεινασμένη». Μια ζωή πεινασμένοι. Το άγουρο παιδί «ετσορκάνιζε»[4] μαζί του και της αδερφής του τα παιδιά, τα οποία, όπως και πολλά άλλα, θα χαθούν απ’ την ελονοσία. Η αδερφή του Συμέλα, τη Πάγκαλονος η μάνα, θα ζήσει. Ο ίδιος καταλήγει στην Αθήνα, στο Ζάππειο, το οποίο έμελλε να περιθάλψει 3.000 παιδιά, ορφανά ή αγνοούμενα. Ή αλλιώς «αγνώστου ταυτότητος».

Μόνος του θα πάρει το τρένο και θα πάει στα Πλατανάκια, όπου θα βρει την αδερφή του και θα ξεκινήσει τη νέα του ζωή. Το πραγματικό επίθετό του μάλλον ήταν Μωυσίδης, ή Παναγιωτίδης. Πάντως όταν τον αναζητούσαν στο ορφανοτροφείο με το επίθετο Πουρσανίδης αυτός δεν το ήξερε. Ήξερε όμως το νούμερο, με το οποίο και αναγνωρίστηκε τελικά η ταυτότητά του. Ήταν το νούμερο 1306.

Σημειώσεις:

[1] Κουτσαφτής, Φ. (Σκηνοθέτης). (2000). Αγέλαστος Πέτρα [Ταινία]

[2] Σαββόπουλος, Δ. (Συνθέτης). Η συγκέντρωση της ΕΦΕΕ [Τραγούδι].

[3] Halo, T. (2001). Ούτε το όνομά μου. Αθήνα: Γκοβόστης

[4] έσερνε

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s