«Αν ΜΕΝΟΥΜΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, μένουμε παντού»

Του Δημήτρη Αλέστα, εκπαιδευτικού, υποψήφιου δημοτικού σύμβουλου

Σήμερα είναι σχετικά εύκολο να κάνεις ταξίδια, το δύσκολο είναι να βρεις έναν τόπο να σταθείς. Να ταξιδεύεις στον ίδιο σου τον τόπο, στους ανθρώπους και στην ιστορία του.

Θα μπορούσα να πω πολλούς λόγους γιατί ΜΕΝΟΥΜΕ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, αλλά θα πω μόνο μια ιστορία. Μια ιστορία που είναι πραγματική, αλλά θα μπορούσε να είναι και μύθος, παραμύθι. Έτσι κι αλλιώς, τα παραμύθια έχουν την αφετηρία τους στην πραγματική ζωή. Ο μύθος πάλι ζητά να φέρει το θαύμα στην καθημερινή ζωή. Ο μύθος ως αποκάλυψη, ως αλήθεια και εν τέλει ως γεγονός ντυμένο την αγάπη.

Κάθε χρόνο στις 26 Ιουλίου, παραμονή του Αγίου Παντελεήμονος, ξεκινά από το Διαφάνι Καρπάθου το καραβάκι που μεταφέρει τους προσκυνητές στη Σαρία, ένα χωρίς κατοίκους σήμερα νησί στα βόρεια της Καρπάθου, όπου βρίσκεται το ομώνυμο παρεκκλήσι. Οι γυναίκες κουβαλάνε πράγματα: φρούτα, φαγητά, κεράσματα, σκεπάσματα για να περάσουν τη νύχτα. Στην καμπίνα του πλοίου παίζουν μουσική, καθώς αυτό διασχίζει το στενό δίαυλο που χωρίζει την Κάρπαθο από τη Σαρία, μέχρι να δέσει στο μικρό μόλο. Το εκκλησάκι βρίσκεται 200 – 300 μέτρα ψηλότερα. Το μικρό καμπαναριό φαίνεται από τη θάλασσα.

Μετά τον Εσπερινό ακολουθεί το τυπικό του πανηγυριού, με γεύμα, γλέντι και χορό ως το πρωί. Μετά την πρωινή Λειτουργία, πάλι ακολουθεί γεύμα με γλέντι συντομότερο αυτή τη φορά, γιατί αμέσως μετά ξεκινούν οι ετοιμασίες για την επιστροφή. Τώρα, όλοι μαζί πάλι, κουβαλούν αντίστροφα και κατεβάζουν τα πράγματα στο καραβάκι που επέστρεψε για να τους πάρει πίσω στο Διαφάνι. Κι ενώ όλα είναι σχεδόν έτοιμα για την αναχώρηση, μια γυναίκα ντυμένη τα ολυμπίτικα, όχι μικρή στην ηλικία, αρχίζει να ξανανεβαίνει τρέχοντας το μονοπάτι. Μέχρι το πλοίο να βγει απ’ το μικρό κολπάκι, αυτή έχει φτάσει πάνω, χτυπάει την καμπάνα και χαιρετά. Σαν να λέει: Να ξανάρθετε του χρόνου.

Ήθελε, δηλαδή, την ώρα που το καραβάκι φεύγει, να ακούγεται η καμπάνα. Σαν να το υποχρέωνε με κάποιο τρόπο να ξαναγυρίσει. Κάθε χρόνο. Δεν ξέρω αν αυτό είναι συγκινητικό, αλλά μου φαίνεται σίγουρο πως κουβαλά παράλληλες συγκινήσεις, συμπυκνώνοντας το χρόνο ή καλύτερα κάνοντας το χρόνο στατικό όπως περίπου είναι ο χώρος. Ανασύρει τις ίδιες συγκινήσεις που έζησαν άνθρωποι άλλων εποχών, σε σχέση με την ίδια εικόνα και τους ίδιους ήχους, κι όλα αυτά σε έναν ενιαίο παρόντα χρόνο. Και κάτι τελευταίο και ίσως το πιο σημαντικό.

Η πράξη αυτή έχει μεν συνείδηση εντοπιότητας, αλλά δεν είναι καθόλου τοπική. Κι επειδή η συνείδηση της δραματικής και εν τέλει συμπαντικής της αξίας εκφεύγει της προσοχής των πρωταγωνιστών, θα το σημειώσω εγώ εδώ. Η πράξη αυτή, όπως και άλλες ασήμαντες πράξεις, κάνει αυτόν τον κόσμο να ισορροπεί. Βοηθά, αυτόν τον κόσμο που τά ‘χει χάσει προ πολλού, να βρει το χαμένο του πνευματικό κέντρο.

 Αν δεν ήταν αυτή η γυναίκα να ανέβει σε ρυθμό προσευχής τον ανήφορο, σε ένα ακατοίκητο νησί μια φορά το χρόνο για να χτυπήσει την καμπάνα, κανένας σύγχρονος άνθρωπος δεν θα μπορούσε να ζήσει στην πόλη. Κι από την άλλη, για λόγους δικαιοσύνης, οι άνθρωποι της πόλης οφείλουν να συνεχίσουν να μιλούν και να γράφουν γι’ αυτήν, για να συνεχίσει να υπάρχει. Κι όσο υπάρχει να υπάρχουν.

            ΜΕΝΟΥΜΕ ΘΕΣΣΑΛΛΟΝΙΚΗ, λοιπόν, γιατί το να μένεις στον τόπο σου δεν είναι καθόλου τοπική υπόθεση. Αλλιώς, και κάτοικος Θεσσαλονίκης να είσαι, όσα ταξίδια και να κάνεις, δεν έχεις τόπο να σταθείς. Δεν μένεις πουθενά.

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s