Ποιό Μοντέλο ανάπτυξης; Το μεγάλο ζήτημα της πόλης που δεν συζητείται

Κάθε φορά που ως Μένουμε Θεσσαλονίκη πάμε να βάλουμε το ζήτημα του μοντέλου ανάπτυξης της Θεσσαλονίκης, στο δημοτικό συμβούλιο, στα προεκλογικά ντιμπέητ, πέφτουμε σε πάνω σε τοίχο. Οι υπόλοιποι υποψήφιοι αρνούνται να το συζητήσουν. Μάλιστα γύρω από το ζήτημα, η περίφημη πολυφωνία των είκοσι και βάλε υποψηφίων γίνεται καταθλιπτική μονοφωνία, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων: «Δεν είναι τοπικοαυτοδιοικητικό ζήτημα», έλεγαν τις προάλλες δυο ανεξάρτητοι κεντροδεξιοί υποψήφιοι. «Αυτά τα ζητήματα αφορούν στο κράτος», συμπλήρωνε υποψήφιος προερχόμενος από τον χώρο της… οικολογίας, παρ όλο που ο χώρος του είναι εκείνος που άνοιξε το ζήτημα στην δεκαετία του 1980.

Kανείς δεν αμφισβητεί το μοντέλο ανάπτυξης που ακολουθεί η Θεσσαλονίκη τουλάχιστον εδώ και δέκα χρόνια. Η δεξιά ισχυρίζεται ότι είναι η ευκαιρία που θα σώσει την πόλη· η αριστερά το αποδέχεται κι αυτή, «ανάπτυξη» γαρ, απλώς αγωνίζεται να βάλει με περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστικό τρόπο πινελιές ατομικών δικαιωμάτων μέσα σε αυτό.

Βέβαια ο χαρακτήρας των επενδύσεων που σχεδιάζονται στην Θεσσαλονίκη, θυμίζουν περισσότερο γενικευμένη εκποίηση παρά οποιαδήποτε σοβαρή αναπτυξιακή διαδικασία. Πριν από 5 ή 6 μέρες, σοβαρή οικονομική ιστοσελίδα της πόλης, ανάρτησε ένα κείμενο για τις τάσεις στην κτηματομεσιτική αγορά της Θεσσαλονίκης. Μεγάλα funds, Ισραηλινοί, Τούρκοι κ.ά. έχουν βάλει στο στόχαστρο ακίνητα 50 τ.μ.-70 τ.μ. στο κέντρο της, για μαζικές αγορές προκειμένου να τα μετατρέψουν για βραχυχρόνια μίσθωση και φοιτητική κατοικία.

Φτάσαμε, δηλαδή, να θεωρούμε ως ανάπτυξη στην Θεσσαλονίκη του 2019, ότι ετοιμάζονται να βγουν οι ιδιοκτησίες της χαμηλής μεσαίας τάξης στο σφυρί για να γίνουν rooms to let, ή να ενισχύουν την ‘οικονομία των περαστικών’ της πόλης. Να πανηγυρίζουμε γιατί στη ΔΕΘ θα ανοίξει ξενοδοχείο 35 μέτρα ύψος, με τον ίδιο τρόπο που το κάνανε στα Ψακκούδια το 1980. Μα τι «πρόοδος»! Μια πόλη 1 εκατομμυρίου, που διαθέτει τα μεγαλύτερα πανεπιστήμια των Βαλκανίων, και που άλλοτε λειτουργούσε ως παραγωγικός πόλος, σήμερα είναι ικανή μόνον να μεσιτεύει τον ίδιο της το χώρο. Κι αυτό καλείται από τους δημοσιολογούντες, «προοπτική». Να γιατί η φυγή των νέων από την πόλη έχει πάρει διαστάσεις «ο τελευταίος να κλείσει την πόρτα». Ποιός θα άντεχε τέτοια επιτυχία;

Φυσικά οι επενδυτές θα βγάλουν αρκετά από τέτοιου τύπου επενδύσεις. Η πόλη όμως; Όλο και κάτι θα μείνει από τις υπηρεσίες μεσάζοντα που εκτελούμε· όλοι αντιτείνουν την είσπραξη φόρων και δημοτικών τελών, τις ‘θέσεις εργασίας’ (ως επί το πλείστο κακοπληρωμένες, μαύρες και του ποδαριού) κ.ά. Στην πραγματικότητα θεωρητικοποιούν την πολιτική τους ανημποριά: Η μετάβαση σε ένα μοντέλο ολοκληρωμένης, κοινωνικά δίκαιης και οικολογικής ανάπτυξης, υψηλής προστιθέμενης αξίας, που συνδυάζει την παραγωγή, την εφαρμοσμένη έρευνα, και τον ποιοτικό ιστορικό, εκπαιδευτικό, συνεδριακό, οικολογικό και ιατρικό τουρισμό «δεν είναι θέμα της τοπικής αυτοδιοίκησης». Γιατί θέμα της τοπικής αυτοδιοίκησης είναι μόνον πως η πόλη θα βαδίζει στην πεπατημένη του κυρίαρχου παρασιτισμού της παγκοσμιοποίησης.

Αυτοί που το ‘λένε, περνιούνται μάλιστα και για «ρεαλιστές», ενώ στην ουσία αποδέχονται απλά την παρούσα καχεξία και μιζέρια. Στην πραγματικότητα οι κατευθύνσεις που θα λάβει το μοντέλο ανάπτυξης της πόλης, είναι εκείνες που θα αποφασίσουν το αν αυτή θα έχει έντονες ή ήπιες κοινωνικές ανισότητες, υψηλό ή χαμηλό βαθμό πολιτικής συνοχής, αν θα αναπτύξει ένα σοβαρό επίπεδο πολιτισμού, μόρφωσης και παιδείας, ή θα συνεχίσει στην πλαστική κουλτούρα της φαγητοδραπεδούπολης. Αν θα διώχνει τα παιδιά της ή όχι.

Σε μια κανονική, κυρίαρχη χώρα, ο χαρακτήρας του μοντέλου ανάπτυξης θα ήταν πρώτο ζήτημα στις τοπικές εκλογές, οι οποίες προφανώς δεν είναι μόνο «για το τι μπορεί να κάνει ο Δήμος», αλλά κυρίως «για το τι μπορεί να κάνει η πόλη», ώστε ο Δήμος να συμβάλει σε αυτό. Εδώ δεν συζητιέται καν. Πρώτον, γιατί η συντριπτική πλειοψηφία των υποψηφίων, από τους υπερεθνομηδενιστές αλλά και από όσους εξαντλούν τον πατριωτισμό τους σε συνθήματα, δεν το αμφισβητούν. Και δεύτερον, γιατί αποφασίζεται αλλού: Ενώ η προεκλογική περίοδος έχει ανάψει για τα καλά, ζητήματα που θα κρίνουν αυτούς ακριβώς τους προσανατολισμούς, αποφασίζονται κανονικά, λες και οι εκλογές δεν είναι για την ουσία αλλά για το θεαθήναι: Έτσι συνέβη με τη ΔΕΘ ή με την Αναθεώρηση του Γενικού Ρυθμιστικού Σχεδίου της πόλης. Ενώ οι πολίτες της Θεσσαλονίκης, καλούμαστε να κυρώσουμε σα σε τηλεπαιχνίδι με την ψήφο μας, ποιανού το εκλογικό κέντρο είναι πιο «ίν» και «κόζυ». Σε μια διαδικασία, μάλιστα, που με τον Κλεισθένη και την απλή αναλογική έγινε τάχα πιο «ανοιχτή και συμμετοχική» (sic!), επί του τίποτα όμως, γιατί η πραγματική πολιτική έχει τεθεί στον αυτόματο πιλότο και τίθεται εκτός δημοκρατίας.

Τι ψηφίζουμε επομένως σε αυτές τις εκλογές; Το δίλημμα για μας είναι διαφορετικό από εκείνο που θέτουν οι άλλοι υποψήφιοι: Θα συνεχίσουμε, σαν τα βατράχια του πειράματος, να σιγοβράζουμε χωρίς να το παίρνουμε χαμπάρι στη χύτρα της παρακμής μέχρι να καλομαγειρευτούμε, ή θα πηδήξουμε έξω από αυτήν;

Μένουμε Θεσσαλονίκη

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s