Η ‘χαρτογράφηση’ του τουρισμού της Θεσσαλονίκης

Αναδημοσιεύουμε στην ιστοσελίδα μας το άρθρο του Βαγγέλη Μωϋσή, από την σελίδα thepresident.gr, γιατί σχολιάζει εύστοχα, τα στατιστικά αποτελέσματα της τουριστικής κίνησης στην πόλη μας, αναδεικνύοντας λεπτομερώς τις αδυναμίες του τοπικού κλάδου. Αδυναμίες, οι οποίες παρά τους πανηγυρισμούς της διοίκησης Μπουτάρη, για τα θαυμαστά επιτεύγματά της στον κλάδο, επιμένουν να την καθηλώνουν τελευταία στην σχετική λίστα των ευρωπαϊκών πόλεων με αντίστοιχη δυναμικότητα φιλοξενίας, πίσω από τις Αμβέρσα, Μπέρμιγχαμ, Κολωνία, Ντίσελντορφ, Εδιμβούργο, Γλασκόβη, Βουδαπέστη, Αμβούργο, Μάντσεστερ και Σάλτσμπουργκ.

Θα επιχειρήσουμε μιαν σύντομη ερμηνεία του γιατί συμβαίνει αυτό: Η πόλη μας, εξαιτίας της πολιτικής που έχει υιοθετήσει ο Δήμος, υπηρετεί υπερβολικά ένα μοντέλο μονοδιάστατου, μαζικού τουρισμού, και ταυτόχρονα υποτιμάει την μεγάλη ιστορική κληρονομιά της Μακεδονικής, ελληνιστικής, βυζαντινής αλλά και τον πολιτισμό της νεοελληνικής Θεσσαλονίκης, που θα μπορούσε να αποτελέσει και το σύγχρονο παράθυρό της προς την οικουμένη, αναβαθμίζοντας θεαματικά το διεθνές της αποτύπωμα. Αποτέλεσμα αυτής της λανθασμένης επιμονής στον μαζικό τουρισμό της εστίασης – διασκέδασης, είναι ότι υστερούμε σε άλλες εκδοχές τουρισμού που έχουν υψηλότερη προστιθέμενη αξία (συνεδριακός τουρισμός, εκπαιδευτικός τουρισμός –αν και διαθέτουμε το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο των Βαλκανίων, ιατρικός τουρισμός κ.ο.κ.) και την ίδια στιγμή υπάρχει χαμηλό επίπεδο διασύνδεσης της τουριστικής δραστηριότητας με τους υπόλοιπους κλάδους, ιδίως τους παραγωγικούς.

Σε αυτά τα στοιχεία θα πρέπει να στηριχθεί μια νέα τουριστική πολιτική και του Δήμου, γιατί εν τέλει και σε αυτόν τον κλάδο η πολιτική Μπουτάρη αποδεικνύεται «πολύ λούσο, λίγο ουσία», τουλάχιστον, για να μην πούμε ότι σε ορισμένες της διαστάσεις (ιδίως σε ό,τι αφορά στην εξιδανίκευση της κατακτητικής οθωμανικής Θεσσαλονίκης) υπηρετεί και άλλες γεωπολιτικές σκοπιμότητες.

***

Η Θεσσαλονίκη εξακολουθεί να εμφανίζει έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της τουριστικής υπεραξίας και συνεπαγόμενης αυτοπεποίθησης. Αυτό το συμπέρασμα, το εξάγουμε από ένα σημαντικό στοιχείο της τοπικής Ένωσης Ξενοδόχων και της GBR Consulting, τα εταιρείας που διερευνά σε μηνιαία βάση τη οικονομική «ανταποδοτικότητα» των υπηρεσιών που παρέχουν τα ξενοδοχεία της πόλης στους επισκέπτες της.

του Βαγγέλη Μωυσή

Συγκεκριμένα, το πρώτο οκτάμηνο του 2018, λοιπόν, υπήρξε αύξηση τόσο στη μέση τιμή δωματίου, της τάξης του 6,2%, όσο και στα έσοδα ανά διαθέσιμο δωμάτιο. Το γεγονός όμως, ότι αυτά ανήλθαν μόλις στα 51,38 ευρώ, ακόμα και αυξημένα κατά 8,7% σε σχέση με το 2017, αποδεικνύει πως η Θεσσαλονίκη έχει ακόμα πολύ δρόμο να διανύσει, μέχρι να απευθυνθεί με αξιώσεις στα υψηλά βαλάντια που θα την καταστήσουν πραγματικά ανταγωνιστική έναντι αντίστοιχων –σε μέγεθος και πληθυσμό- πόλεων της Ευρώπης.

Έτσι, δεν είναι καθόλου τυχαίο που η Θεσσαλονίκη συνεχίζει να καταλαμβάνει την τελευταία θέση συγκρινόμενη με δέκα ευρωπαϊκές πόλεις στα παραπάνω ξενοδοχειακά μεγέθη: Αμβέρσα, Μπέρμιγχαμ, Κολωνία, Ντίσελντορφ, Εδιμβούργο, Γλασκόβη, Βουδαπέστη, Αμβούργο, Μάντσεστερ, Σάλτσμπουργκ.

Τα εν λόγω ξενοδοχειακά μεγέθη (μέση τιμή δωματίου και έσοδα ανά δωμάτιο), απηχούν σε μεγάλο βαθμό τη δυναμική της πόλης. Με ψυχρή λογική, τόσα χρεώνουμε, γιατί αυτά τα βαλάντια μπορούμε να προσελκύσουμε και όχι απαραίτητα επειδή τα ξενοδοχεία της πόλης έχουν να «ζηλέψουν» από τα ξενοδοχεία των άλλων πόλεων που προαναφέραμε.

Η Θεσσαλονίκη –και όχι μόνο- οφείλει να αρχίσει να «διδάσκεται» από τα στοιχεία τέτοιων ερευνών.

Είναι ασφαλώς θετική η «χαρτογράφηση» των επισκεπτών 80 ξενοδοχείων-μελών της ΕΞΘ, που δείχνει οριακή αύξηση περίπου 33.000 διανυκτερεύσεων, καθώς το οκτάμηνο του 2018 ο αριθμός τους ανήλθε στους 1.596.426 από 1.563.841 που ήταν το 2017. Όμως αυτό αμέσως συνεπάγεται, πως η πόλη απευθύνεται στις ξένες τουριστικές αγορές, αποσπασματικά και χωρίς διάρκεια. Σημαίνει επίσης, ότι η πόλη «πληρώνει» την ελλειμματική εξωτερική πολιτική της χώρας προς άλλες κατευθύνσεις. Διότι η μεγάλη αύξηση σε κάποιες εθνικότητες, συνδυαζόμενη με την οριακή τελική αύξηση των 33.000 επισκεπτών, σημαίνει πως σε κάποιες άλλες εθνικότητες που προσέλκυε η πόλη, καταγράφονται απώλειες.

Χαρακτηριστική σύγκριση:

Διπλασιάστηκαν οι Ισραηλινοί τουρίστες. Οι επισκέπτες από το Ισραήλ αναρριχήθηκαν στην κορυφή, από την 3η θέση που είχαν το 2017 μεταξύ 20 εθνικοτήτων τουριστών της Θεσσαλονικης. Το οκτάμηνο του 2018 οι διανυκτερεύσεις των Ισραηλινών πολιτών ανήλθαν σε 111.008 ενώ το αντίστοιχο περσινό οκτάμηνο ο αριθμός αυτός ήταν 56.167, αγγίζοντας ποσοστό αύξησης 97,64%.

Μειώθηκαν όμως οι διανυκτερεύσεις των επισκεπτών από τη Ρωσία καθώς το 2018 καταγράφηκαν 35.948, λιγότερες κατά 12,11% σε σχέση με το 2017. Μειωμένες οι επισκέψεις Βουλγάρων κατά 12,31%, των Σουηδών κατά 12,21%, των Ισπανών κατά 15,78%.

Αναμενόμενη η μεγάλη πτώση των Τούρκων τουριστών κατά 22,21% και η ακόμα μεγαλύτερη πτώση των Σκοπιανών κατά 41,94%.

Στα θετικά η αύξηση Αμερικανών και Ιταλών (κατά 25% περίπου), Γερμανών (κατά 4,21%) και Γάλλων (επίσης λίγο πάνω από 4%).

 Το συμπέρασμα όλων αυτών, είναι μάλλον, πως το ζήτημα δεν είναι απαραίτητα ποσοτικό, όσο ποιοτικό. Και αυτό δεν μπορούν να το πετύχουν μόνοι τους οι ξενοδόχοι. Πρέπει συνολικά η πόλη να αλλάξει «ταχύτητα», ώστε να μπορεί με αυτοπεποίθηση να «χρεώσει» και περισσότερα, αντί να μειώνει τιμές, ελπίζοντας να ισοφαρίσει την «έκπτωση» με το αυξημένο πλήθος.-

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s