Για τα Δημήτρια, την φυσιογνωμία και την ιστορία τους

byzantine-thessaloniki_1997_th-ba

Θανάσης Μπακογιώργος, Βυζαντινή Θεσσαλονίκη

H διοργάνωση των Δημητρίων απασχόλησε και πάλι το δημοτικό συμβούλιο του Δήμου μας, καθώς ψηφίστηκε το θέμα για την αμοιβή των καλλιτεχνικών συμβούλων που θα αναλάβουν να εισηγηθούν για την φυσιογνωμία και το πρόγραμμα της διοργάνωσης του 2017.

Από την πλευρά μας, τοποθετηθήκαμε ενάντια σε μια λογική υψηλών αμοιβών υποστηρίζοντας ότι τα Δημήτρια αποτελούν τον κεντρικό πολιτιστικό θεσμό της Θεσσαλονίκης, και ως εκ τούτου θεωρούμε ότι οποιαδήποτε συνεισφορά πολιτών θα πρέπει να έχει την μορφή χορηγίας προς τα «κοινά» -να διαπνέεται δηλαδή από την αντίληψη της ελεύθερης συνεισφοράς. Φυσικά, η άποψή μας έπεσε στο κενό: Η παρούσα διοίκηση δεν καταλαβαίνει από «κοινά», από το πνεύμα και το κλίμα των «εορτών της πόλεως» και άλλα τέτοια αμεσοδημοκρατικά.

Ούτε, από την άλλη, κατανοεί τον βασικό άξονα της κριτικής μας, ότι ο τρόπος που προσεγγίζει η διοίκηση Μπουτάρη τα Δημήτρια, λίγο-πολύ ως ένα φουτουριστικό φεστιβάλ γνωριμίας του θεσσαλονικιώτικου κοινού με την ευρωπαϊκή πρωτοπορία στο χώρο των τεχνών και του πνεύματος, δεν έχει παράγει μέχρι σήμερα εντυπωσιακά αποτελέσματα: Κι αυτό γιατί αφενός, οι πρωτοπορίες της Δύσης βρίσκονται σε φάση μηδενιστικού αδιεξόδου, καθώς η τέχνη έχει ταυτιστεί με το εμπόρευμα, και άρα δεν έχουν τίποτε σημαντικό να κομίζουν πέραν του φτηνού εντυπωσιασμού και της πρόκλησης για την πρόκληση. Και αφετέρου, ότι βρίσκονται εκτός των προσανατολισμών και της ευαισθησίας της ελληνικής κοινωνίας, η οποία μιλάει άλλη πολιτιστική γλώσσα, και καταπιέζεται από τον άκριτο μεταπρατισμό που κυριαρχεί επί δεκαετίες στα υπουργεία και τις αντιδημαρχίες πολιτισμού της χώρας.

Για να είμαστε πραγματικά παγκόσμιοι, πιστεύουμε, θα πρέπει να εκσυγχρονίσουμε την δική μας παράδοση, ώστε να καταθέσουμε την δική μας μαρτυρία στο διεθνές πολιτιστικό στερέωμα. Άρα, θεσμοί και διοργανώσεις όπως τα Δημήτρια, θα πρέπει να πρωτοπορήσουν ως προς τούτο –να στηρίξουν και να ενθαρρύνουν νέες εκφράσεις που προέρχονται από την δική μας, ιδιαίτερη πολιτιστική ταυτότητα και δημιουργία.

Ούτως ή άλλως, τα ίδια τα Δημήτρια έχουν μια μακραίωνη ιστορία ως θεσμός της πόλης, διεθνούς μάλιστα εκτοπίσματος, την οποία δυστυχώς έχει λησμονήσει η παρούσα αντιδημαρχία, ενώ θα μπορούσε να την αξιοποιήσει πολύ δημιουργικά. Γιατί είναι ελάχιστες οι πόλεις της Ευρώπης που διαθέτουν τέτοιους θεσμούς, με ιστορία που ανάγεται πίσω, στον 6ο και τον 7ο αιώνα μ.Χ.(!)

Αυτό ακριβώς το ιστορικό βάθος, θα πρέπει να αξιοποιήσουμε. Και επειδή αναφερθήκαμε στην ιστορία των Δημητρίων, αξίζει να την συμπεριλάβουμε, συνοπτικά, ως κατακλείδα:

 

«Τα βυζαντινά Δημήτρια ήταν ένας μεγάλος θρησκευτικός και εμπορικός θεσμός της Θεσσαλονίκης. Οι βυζαντινοί Θεσσαλονικείς τιμούσαν ιδιαίτερα τον άγιο Δημήτριο. Τα πρώτα ίχνη της λατρείας του στην πόλη βρίσκονται τουλάχιστον στον 6ο αι., αφού από τον 6ο και 7ο αι. οι κάτοικοι απέδιδαν σε αυτόν την αποτυχία των πολλών σλαβικών και αβαρικών επιθέσεων κατά της πόλης. Αργότερα, ο άγιος Δημήτριος συγκρίθηκε με τον Μέγα Αλέξανδρο (Φιλόθεος Κόκκινος) και τον Φίλιππο (Γρηγοράς).

Από κείμενο του 12ου αι., τον Τιμαρίωνα (το οποίο αναφέρει την ονομασία της γιορτής), τα Δημήτρια συγκρίνονται με τα Παναθήναια της αρχαίας Αθήνας, ενώ ο Νικηφόρος Γρηγοράς (14ος αι.) τα συγκρίνει με τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το θρησκευτικό κομμάτι, άρχιζε στις 20 Οκτωβρίου και τελείωνε στις 3 Νοεμβρίου, με μεγαλοπρεπείς και πολλές τελετές (τη μεγαλοπρέπειά τους, με τους ήχους μουσικών οργάνων, τις νυχτερινές φωταγωγήσεις όλων των οδών κ.ά., περιγράφει ο βυζαντινός νομικός Αρμενόπουλος). Γινόταν θεατρική αναπαράσταση, σύμφωνα με το Γρηγόριο Παλαμά (14ος αι.), του μαρτυρίου του αγίου. Κατά τον Νικηφόρο Γρηγορά, ο Οκτώβριος ήταν «ὁ ἱερὸς μήν».

Επίσης, το εμπορικό τμήμα των βυζαντινών Δημητρίων ήταν εξίσου εντυπωσιακό. Ξένοι έμποροι έρχονταν στη Θεσσαλονίκη από όλη την Ευρώπη: Ο Τιμαρίων κάνει λόγο για εμπόρους Γάλλους, Ισπανούς, Ιταλούς, Παραδουνάβιους και Βαλκάνιους, Ρώσους, και –επί λέξει– τους «απανταχού Έλληνες». Ο Κωνσταντίνος Αρμενόπουλος (14ος αι.) υποστηρίζει ότι τα Δημήτρια ξεπερνούν κάθε άλλη γιορτή. Σύμφωνα με τον Νικηφόρο Γρηγορά στα Δημήτρια έρχεται όλη η οικουμένη («τῆς οἰκουμένης πανταχῇ»): Αίγυπτος, ΒΔ Αφρική, Καύκασος, Γιβραλτάρ, και (επί λέξει) «πάντες Ἕλληνες». Επίσης, είναι γνωστό ότι στην βυζαντινή Θεσσαλονίκη έρχονταν για εμπορικές συναλλαγές έμποροι από την Συρία, την Αίγυπτο και τον Εύξεινο. Αυτό δεν ήταν τυχαίο, γιατί στη Θεσσαλονίκη μεταξύ (τουλάχιστον του) 11ου και 14ου αι. παράγονταν μάλλινα ρούχα και καπέλα, γινόταν επεξεργασία του κρασιού και της ελιάς, υπήρχαν εργαστήρια χύτευσης, χαλκουργίας, χρυσοχοΐας, κεραμικής, μεταξιού, βυρσοδεψίας, υαλουργίας, γουνοποιίας και υφαντουργίας, εργαστήρια παραγωγής χαλιών, εγκαυστικής, ξυλουργίας, ίσως επεξεργασίας ελεφαντοστού, και εξαγόταν βαμβάκι. Δηλαδή, η πόλη ήταν παραγωγικό κέντρο κι όχι απλά εμπορικό. Λαϊκά θεάματα κάθε είδους παρουσιάζονταν επίσης εκείνες τις ημέρες.

Η οικονομική ακμή συμβάδιζε με την πολιτιστική ακμή της πόλης, ειδικά τον 14ο αι., αφού κατά την βυζαντινή περίοδο της πόλης εκδόθηκαν και πήραν τη γνωστή, τωρινή τους μορφή, από Θεσσαλονικείς φιλολόγους (π.χ. Δημήτριο Τρικλίνιο), οι αρχαίες Τραγωδίες (καθώς και άλλοι, από τον Ησίοδο έως τον Θεόκριτο, από τους τραγικούς έως τον Πίνδαρο, τον Αριστοφάνη, τον Λιβάνιο). Υπήρχαν κύκλοι λογίων όπου γίνονταν αναγνώσεις αρχαίων συγγραφέων (από τον Σοφοκλή έως τον Ευριπίδη, από τον Αισχίνη έως τον Θεμίστιο, από τον Φιλόστρατο έως τον Ιουλιανό, από τον Συνέσιο έως τον Λιβάνιο, από τον Ιπποκράτη έως τον Γαληνό). Στη βυζαντινή Θεσσαλονίκη έζησαν νομικοί των οποίων τα συγγράμματα αντιγράφηκαν και ενίοτε χρησιμοποιήθηκαν στη Δύση (Εξάβιβλος) και στον Σλαβορθόδοξο κόσμο επί αιώνες (και συνιστούσαν τον «Αστικό Κώδικα» του νεοελληνικού κράτους ώς το 1946). Τότε γράφηκαν στην πόλη σημαντικά σχόλια στον Όμηρο και τους άλλους αρχαίους Ποιητές (μητροπολίτης Ευστάθιος, Θωμάς Μάγιστρος) κ.ο.κ. Αξίζει να αναφερθεί και η καλλιτεχνική ακμή της Θεσσαλονίκης (ζωγραφική), που σύμφωνα με ξένους τεχνοκριτικούς (Otto Demus) προηγείται χρονικά ακόμη και αντίστοιχων ιταλικών ανανεωτικών ρευμάτων (Τζιότο), και επηρέαζε σίγουρα τη ζωγραφική όλων των βαλκανικών λαών.

Έτσι, υπήρχε ένας συνδυασμός οικονομικής ακτινοβολίας (από Γαλλία ώς Αίγυπτο), θρησκευτικής ακτινοβολίας (σε όλο τον βαλκανικό και ευρύτερο βυζαντινό ορθόδοξο κόσμο) και πολιτισμικής ακμής. Αυτά όλα συμπυκνωνόταν κάθε χρόνο, επί πολλούς αιώνες, στα βυζαντινά Δημήτρια, αναδεικνύοντας την βυζαντινή Θεσσαλονίκη σε «πρώτη μετά την πρώτη» και «οφθαλμό της γης» (από βυζαντινά εγκώμια). Ο θεσμός των Δημητρίων έπαψε λίγο μετά την οριστική κατάκτηση, λεηλασία και ερήμωση της πόλης από τους Οθωμανούς Τούρκους (1430), και την συνεπακόλουθη παρακμή της πόλης, πληθυσμιακή κι πνευματική».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s