Μια πόλη, δύο κόσμοι. Η στρατηγική Μπουτάρη προκαλεί βαθύ ρήγμα στην τοπική κοινωνία

Η συζήτηση που πραγματοποιήθηκε στο Δημοτικό Συμβούλιο πάνω στο Τεχνικό Πρόγραμμα του Δήμου Θεσσαλονίκης για το 2017 ήταν εξόχως διδακτική ώστε να καταλάβει κανείς την πραγματική φυσιογνωμία της διοίκησης Μπουτάρη.

Κατ’ αρχάς, για όσους δεν είναι εξοικειωμένοι με την ορολογία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, το «Τεχνικό Πρόγραμμα» είναι το πρόγραμμα των παρεμβάσεων που θα κάνει στην πόλη ο κάθε Δήμος για το επόμενο έτος. Σε αυτό περιλαμβάνονται όλοι οι τομείς που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά του, από την συντήρηση των πεζοδρομίων, μέχρι εκείνην των σχολείων, τα πάρκα, οι αναπλάσεις άλλα μεγάλα έργα κ.ο.κ.

Το φετινό τεχνικό πρόγραμμα, που χαρακτηρίστηκε από τους ίδιους τους εμπνευστές του ως πρόγραμμα οικονομικής δυσπραγίας, κοστίζει γύρω στα 17 εκ. €, από τα οποία τα 11 εκ. € αφορά νέες δράσεις, και τα υπόλοιπα δράσεις που συνεχίζονται από το αντίστοιχο του 2016. Σε αυτά τα 11 εκ. € / 17 εκ. € «στριμώχνονται» όλες οι ανάγκες της πόλης και των κατοίκων της, δηλαδή η συντήρηση/ανάπλαση των σχολείων, η συντήρηση των δημόσιων χώρων, το πράσινο, τα πεζοδρόμια κ.ο.κ. Στην σχετική του εισήγηση, ο αντιδήμαρχος παραδέχθηκε ότι τα λεφτά που περισσεύουν στον Δήμο για αυτές τις ανάγκες δεν επαρκούν για να συντηρηθούν οι υποδομές της επαρκώς.

Ωστόσο, τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.

Με την ολοκλήρωση της παρουσίασης του Τεχνικού Προγράμματος, στην οποία κυριάρχησε η ρητορική της λιτότητας, ξεκίνησε η περιγραφή έργων που σκοπεύει να χρησιμοποιήσει ο Δήμος από άλλες χρηματοδοτήσεις: Δηλαδή την αξιοποίηση κάποιων ΕΣΠΑ, την σύναψη δανείων από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, το πρόγραμμα του Ιδρύματος Νιάρχος κ.ο.κ.

Σε αυτά, απ’ ό,τι φαίνεται δεν υπάρχει καθόλου λιτότητα: Εκεί που η διοίκηση μιλούσε για 11 και 17, άρχισαν να ακούγονται κάτι 40άρια και κάτι 50άρια εκ. €. Δεν ήταν μόνο αυτή η διαφορά. Και η στόχευση αυτών των «γαλαντόμων» επενδύσεων έχει διαφορετικό προσανατολισμό: Κυριαρχούσαν οι αναπλάσεις στο κέντρο που έχουν ως στόχο την αναβάθμιση της τουριστικής υποδομής της, την ανάδειξη περιοχών γύρω από το τουρκικό προξενείο, την συναγωγή και το ισραηλινό συμβούλιο, μια πολιτική πεζοδρομήσεων που δεν λαμβάνει υπόψη της την χείριστη κατάσταση των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς, και το συνακόλουθο πρόβλημα στάθμευσης που δημιουργείται στο κέντρο από όσους μένουν σε αυτό, αλλά και από τους κατοίκους που διέρχονται για να κάνουν τις δουλειές τους.

Κοινώς, με την παρουσίαση του προγράμματος κατανοήσαμε ότι η πολιτική του Δήμου διατηρεί δύο ταχύτητες: Μια πρώτη, που αφορά στους κατοίκους της πόλης και είναι ιδιαίτερα «σφιχτή».

Και μια δεύτερη που απευθύνεται μάλλον σε μειοψηφίες οργανωμένων οικονομικών (και γεωπολιτικών) συμφερόντων, και οι οποίες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της πολιτικής Μπουτάρη: Το τουριστικό κεφάλαιο, το κύκλωμα των κατασκευαστικών που υλοποιούν την δημοτική πολιτική μέσα από τις εργολαβίες, τον παράγοντα «Τουρκία» και τον παράγοντα «Ισραήλ».

Το τεχνικό πρόγραμμα, δηλαδή, αποτελεί μια αρκετά πιστή αντανάκλαση της ευρύτερης στρατηγικής Μπουτάρη για την πόλη. Και μπορούμε να δούμε μέσα από αυτό πως η στρατηγική αυτή αναδεικνύει ανισότητες αντί να τις περιορίζει: Από την μία, είναι οι μειοψηφίες που ζουν και κινούνται στα πλάτη και τα μήκη της παγκοσμιοποίησης, και ενσαρκώνουν αυτό που ο Δήμαρχος προτάσσει ως «διεθνοποίηση» της πόλης: Αυτοί που θέλουν το κέντρο «ευρωπαϊκό» [δηλαδή… αρχοντοχωριάτικο όπως διαπιστώσαμε στην περίπτωση της ανάπλασης πλατείας Χρηματιστηρίου], που θέλουν η Θεσσαλονίκη να γίνει… Βιέννη, και βρίσκονται συχνότερα μέσα στα αεροπλάνα προς κάποια σύσκεψη υψηλών παραγόντων και προσώπων παρά στην Χαριλάου ή την Ξηροκρήνη.

Και από την άλλη είναι η Θεσσαλονικιώτικη «ενδοχώρα», τα πλατιά λαϊκά και τα κατεστραμμένα μεσοστρώματα στα οποία σχεδόν ποτέ δεν αναφέρεται ο Δήμαρχος, έστω ρητορικά -εκτός βέβαια από τις φορές που τους αποκαλεί «χωριάτες», «ανάγωγους» κ.ο.κ.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα της πολιτικής Μπουτάρη για την πόλη: Εισάγει σε αυτήν ρήγματα. Δημιουργεί αντιθέσεις στο εσωτερικό της: Είναι το κέντρο εναντίον των συνοικιών· η κοσμοπολίτικη επιχειρηματική, πνευματική και καλλιτεχνική ελίτ εναντίον των πλατιών πλειοψηφιών που είναι αδιάρρηκτα δεμένες με την οικονομική και κοινωνική καθίζηση της Θεσσαλονίκης.

Δυο παράλληλοι κόσμοι, που έχουν χωριστεί και πολιτισμικά: Οι πνευματικές και οικονομικές ελίτ, σε συμμαχία με τους μεταπράτες μεγαλοαστούς και τους λοιπούς εκφραστές του Συστήματος της μεταπολίτευσης έχουν υιοθετήσει μια «αυτοκρατορική αφήγηση» για την ταυτότητα και την ιστορία της πόλης, στην οποία λίγο ως πολύ οι Οθωμανοί παρουσιάζονται αντί για κατακτητές… ως ευεργέτες της πολυπολιτισμικής διάστασης της πόλης (γεγονός που εξάλλου αποτελεί και μεγάλο ιστορικό ψεύδος καθώς η τότε Θεσσαλονίκη τελούσε σε καθεστώς… πολυεθνικής καταπίεσης από την οθωμανική άρχουσα τάξη, καταφέρνοντας να σηκώσει κεφάλι μόνο όταν η τελευταία άρχισε να παρακμάζει οριστικά).

Φυσικά όλα αυτά είναι «εικόνα από το μέλλον» και όχι απλά απόψεις για το παρελθόν· μέσα από την δραστηριότητα της διοίκησης ξεπροβάλει ο «νέος θαυμαστός κόσμος» του ιδρύματος Ροκφέλερ, των σχέσεων με την ΜΚΟ Αλληλεγγύη Τώρα (Solidarity Now) του Τζόρτζ Σόρος, της σύμπραξης με τον νέο-οθωμανικό αναθεωρητισμό («δεν μας νοιάζει τι έκανε ο Κεμάλ»… βλέπε και το μοντέλο των «Τουρκικών Αερογραμμών» που φιγουράρει στο γραφείο του Δημάρχου), της σύμπλευσης με την φιλο-ατλαντική γραμμή που εκφράζει το ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος.

Δηλαδή μιας πόλης «παγκόσμιας» ως… αποικίας, με την αντίστοιχη κοινωνική μετάλλαξη που αναγκαστικά την συνοδεύει: Περιθωριοποίηση των λαϊκών στρωμάτων, τσάκισμα της μικρο-ιδιοκτησίας που άλλοτε χαρακτήριζε την πραγματικότητα της πόλης· στρατιές ετεροαπασχολούμενων, άνεργων· καταστροφή των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και εισαγωγή του κλίματος και του πνεύματος των big business· εξουδετέρωση του αποτυπώματος που θα μπορούσε να έχει το πανεπιστήμιο στην παραγωγή της ευρύτερης περιοχής μέσω της ενθάρρυνσης των νέων να μεταναστεύσουν· αποδοχή της μεταβολής της χώρας σε hot spot της Γερμανικής Ευρώπηςγια να δουλεύουν στα χωράφια όπως είχε δηλώσει πρόσφατα ο Δήμαρχος· μεταβολή του τουρκικού προξενείου σε υπαρκτό παράγοντα ισχύος και άτυπης εξουσίας μέσα στην πόλη.

Πόσους στ’ αλήθεια χωράει αυτό το όραμα; Ποιους υπηρετεί; Μόνο τις μειοψηφίες οργανωμένων συμφερόντων καθώς και τους ξένους σχεδιασμούς για την μεταβολή της χώρας μας σε χώρο.

Η πολιτική του, όμως, δεν είναι βιώσιμη. Γιατί το ρήγμα που παράγει στο εσωτερικό της τοπικής κοινωνίας είναι απόλυτο και μάλιστα εξοβελίζει την πλειοψηφία στους «χαμένους» αυτής της προοπτικής. Και αυτό το γεγονός είναι που δημιουργεί ζοφερές προοπτικές και στο πολιτικό τοπίο της πόλης.

Διότι, όταν εντείνεις με την πολιτική σου ταυτόχρονα τις κοινωνικές, τις ταυτοτικές, και τις πολιτισμικές αντιθέσεις, όταν συνηγορείς σε αυτήν την βίαιη μετακίνηση και εγκατάσταση πληθυσμών πέραν κάθε λογικής και κάθε έννοιας βιωσιμότητας, όταν συνηγορείς σε πολιτικές ταυτόχρονου «ανοίγματος» στον οικονομικό ολοκληρωτισμό της Δύσης και στον θρησκευτικό ολοκληρωτισμό της Ανατολής τότε «τρελαίνεις», απορρυθμίζεις ολοκληρωτικά την κοινωνία. Και με δεδομένο ότι υπερασπίζεσαι αυτές τις διεργασίες υπό το άλλοθι ενός «προοδευτισμού» (στην ουσία ψεύτικου, γιατί πρόκειται για καραμπινάτο ελιτισμό της παγκοσμιοποίησης) και μιας φιλελεύθερης στάσης, με την αριστερά και τους… αντιεξουσιαστές να σε υποστηρίζουν κρυφά ή φανερά γιατί είσαι «υπεράνω εθνικισμών (sic!) τότε τι άλλο κάνεις πέραν του ότι καλλιεργείς το έδαφος για μια δεξιά αντίδραση; Ή μήπως τυχαίως πήρε η Χ.Α. 7% στις τελευταίες δημοτικές εκλογές;

Τα πράγματα είναι πολύ σοβαρά: Ή θα υπάρξει μια δημοκρατική απάντηση σε αυτήν την πολιτική των μειοψηφικών οργανωμένων συμφερόντων, δηλαδή μια θετική υπέρβαση αυτού του αδιεξόδου: Μέσα από πολιτικές που εκφράζουν την λαϊκή πλειοψηφία της πόλης, και μάχονται για την κοινωνική της προστασία. Μέσα από πολιτικές που συνδέουν τον πατριωτισμό με μια «εναλλακτική διεθνοποίηση» της Θεσσαλονίκης. Μέσα από πολιτικές που αναβαθμίζουν αυθεντικά το περιβάλλον, τον πολιτισμό, που παρεμβαίνουν και αναδεικνύουν την εκπαίδευση ως εργαλείο συνοχής, και οικονομικής ανάπτυξης της πόλης. Μέσα από πολιτικές που προωθούν την δημοκρατία και το ευ ζην στην Θεσσαλονίκη.

Μέχρι σήμερα, ήταν η ιδεολογική ηγεμονία του «Μπουταρισμού» που έθετε την ατζέντα του πολιτικού διαλόγου μέσα στον Δήμο και το Συμβούλιο, και μόνον εμείς, ή η Λαϊκή Συσπείρωση με τον δικό της τρόπο, την αντιμαχόμαστε ως τέτοια. Τα παγκόσμια με τα γεγονότα που επιταχύνθηκαν με το Brexit, την εκλογή του Τραμπ, την άνοδο της ριζοσπαστικής δεξιάς στην Ευρώπη (Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία κ.ο.κ.) αποδεικνύουν ότι αυτή η ιδεολογική ηγεμονία, ως τοπική εκδοχή στρατηγικής της «παγκοσμιοποίησης», πρέπει να τελειώνει γρήγορα πριν εισάγει τις συνέπειές της και εδώ, στην πόλη μας…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s