Δώδεκα αλήθειες για την καύση των απορριμμάτων

26242

Ρυπαίνει με επικίνδυνες τοξικές ουσίες

Από την καύση των απορριμμάτων παράγεται μεγάλος αριθμός τοξικών ουσιών, οι οποίες απελευθερώνονται στην ατμόσφαιρα, στο χώμα και στα νερά.  Διεθνώς, τα εργοστάσια καύσης απορριμμάτων είναι υπεύθυνα για το 40-80% των συνολικών εκλύσεων διοξινών [1]. Οι διοξίνες είναι τοξικές ουσίες, που προκαλούν καρκίνο, διαβήτη, καρδιαγγειακές νόσους, διαταραχές του νευρικού και του ανοσοποιητικού συστήματος και γενετικές ανωμαλίες [2]. Τα εργοστάσια καύσης παράγουν διεθνώς το 10-40% των συνολικών εκλύσεων τοξικών βαρέων μετάλλων [3, 4], όπως ο υδράργυρος, το αρσενικό, ο μόλυβδος, το μαγγάνιο και το χρώμιο, τα οποία προκαλούν βλάβες στην όραση, νευρολογικές διαταραχές, ζημίες στους πνεύμονες και τα νεφρά.  Οι διεργασίες καύσης παράγουν, επίσης, μεγάλες ποσότητες μικροσωματιδίων, τα οποία εισχωρούν στους πνεύμονες και προκαλούν σοβαρές βλάβες. Δεκάδες έρευνες σε όλο τον κόσμο ενοχοποιούν τα μικροσωματίδια, όχι μόνο για αύξηση της θνησιμότητας, αλλά και για σημαντικές μακροχρόνιες βλάβες στην υγεία.

 Δεν υπάρχουν τεχνικές λύσεις για «καθαρή καύση»

Από την καύση των απορριμμάτων παράγεται ένας τεράστιος αριθμός τοξικών ουσιών, που είναι τεχνικά αδύνατον όλες να δεσμευτούν και να διαχωριστούν από τους ρύπους. Μάλιστα, όταν γίνεται προσπάθεια συγκράτησης μιας από τις τοξικές ουσίες, αυξάνονται άλλες ή απλώς μετατίθεται το πρόβλημα της ρύπανσης από τον αέρα στο έδαφος και στα νερά [5, 6].

Κάθε εργοστάσιο καύσης συνοδεύεται και από μια χωματερή τοξικών

Από την καύση παράγονται τέφρες (στάχτες), οι οποίες θεωρούνται επισήμως τοξικά απόβλητα από το διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο. Στις τέφρες, τα βαρέα μέταλλα βρίσκονται σε λεπτόκοκκη και πιο επικίνδυνη μορφή απ’ ότι στα αρχικά απόβλητα, με αποτέλεσμα να εισχωρούν ευκολότερα στους υδροφόρους ορίζοντες και στην τροφική αλυσίδα.

 Ο έλεγχος των εκπεμπόμενων τοξικών ρύπων είναι τεχνικά αδύνατος

Η σύγχρονη τεχνολογία δεν επιτρέπει την αδιάλειπτη καταγραφή των εκπεμπόμενων ρύπων. Στην πράξη ελάχιστες ουσίες καταμετρώνται και αυτές σε αραιά χρονικά διαστήματα. Επιπλέον, στη Βρετανία, έρευνα της Greenpeace έδειξε ότι όλα ανεξαιρέτως τα εργοστάσια καύσης απορριμμάτων ξεπερνούν τα θεσμοθετημένα όρια και μάλιστα πολλές φορές το χρόνο. Οι παραβιάσεις αυτές σχεδόν ποτέ δεν καταλήγουν σε πρόστιμα [13].

Η καύση ενισχύει το φαινόμενο του θερμοκηπίου

Από την καύση εκλύεται διοξείδιο του άνθρακα και άλλα αέρια του θερμοκηπίου. Αντίθετα, η ανακύκλωση μειώνει κατά πολύ τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και προστατεύει το κλίμα.

Ο όρος ‘καύση’ είναι ντεμοντέ. Τώρα τη λένε «θερμική επεξεργασία» 

Έχοντας βεβαρημένο παρελθόν και βλέποντας ότι χάνει στο επίπεδο των εντυπώσεων, η βιομηχανία καύσης έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια τη στρατηγική της και προσπαθεί να πουλήσει τα προϊόντα της με άλλα ονόματα. Οι «εναλλακτικές» εκδοχές της καύσης είναι η αεριοποίηση, η πυρόλυση, οι τεχνολογίες πλάσματος, και το τυποποιημένο καύσιμο από απορρίμματα (RDF) και παρουσιάζουν σχεδόν τα ίδια προβλήματα με την καύση [7].

Η καύση δεν μειώνει το βάρος και τον όγκο των απορριμμάτων

Αντίθετα, μετατρέπει το 45% περίπου του όγκου των απορριμμάτων σε αέριους ρύπους, οι οποίοι απελευθερώνονται και διαχέονται στον αέρα που εισπνέουμε [1].

Η καύση σπαταλά ενέργεια

Η ενέργεια που εξοικονομείται από την ανακύκλωση είναι τετραπλάσια αυτής που παράγεται από την καύση [12].

 Η καύση είναι με διαφορά η πιο ακριβή μέθοδος διαχείρισης απορριμμάτων

Η καύση των απορριμμάτων είναι τόσο ακριβή υπόθεση, που είναι απαγορευτική στην πράξη (εκτός αν βέβαια θέλει κανείς να μετακυλήσει το τεράστιο κόστος στους δημότες). Ένας συνήθης αποτεφρωτήρας απορριμμάτων κοστίζει εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ [8]. Επιπλέον, το λειτουργικό κόστος της καύσης είναι πενταπλάσιο έως δεκαπλάσιο αυτού της ταφής των απορριμμάτων [9], ενώ το κόστος της ανακύκλωσης και της κομποστοποίησης είναι το ένα τρίτο έως ένα πέμπτο του κόστους της καύσης. Το τεράστιο πρόσθετο κόστος από την καύση μεταφέρεται στους δημότες, μέσω αύξησης των δημοτικών τελών. Προκειμένου να αναλάβουν τη διαχείριση των απορριμμάτων, οι εταιρίες που εμπορεύονται αποτεφρωτήρες συνάπτουν μακροχρόνια συμβόλαια με δήμους, στη βάση βέβαια της εξασφαλισμένης κερδοφορίας τους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, πολλοί δήμοι να βρεθούν σε δεινή οικονομική κατάσταση ή και στα όρια της χρεοκοπίας, προκειμένου να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις αυτές. Παραδείγματα υπάρχουν δυστυχώς πολλά (π.χ. Νιού Χαμσάϊρ, Νιού Τζέρσεϊ, Λέϊκ Κάουντι στη Φλόριντα, Χάντσον Φολς στη Ν. Υόρκη). Σε άλλες περιπτώσεις (π.χ. Σουηδία), δημοτικές επιχειρήσεις αναγκάστηκαν να εισάγουν απόβλητα, προκειμένου να καταστήσουν οικονομικά αποδοτική τη λειτουργία των αποτεφρωτήρων στους οποίους επένδυσαν [10].

Η καύση δεν δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας

Η καύση δεν δημιουργεί πρόσθετες θέσεις εργασίας σε σύγκριση με την ταφή, ενώ τα προγράμματα ανακύκλωσης – κομποστοποίησης δημιουργούν δεκαπλάσιες θέσεις εργασίας ανά τόνο απορριμμάτων [11].

 Η καύση είναι ασύμβατη με την ανακύκλωση

Η βιομηχανία καύσης ουσιαστικά αντιστρατεύεται τις προσπάθειες για μείωση των απορριμάτων στην πηγή, για επαναχρησιμοποίηση και ανακύκλωση. Δεδομένου ότι οι βιομηχανίες καύσης πληρώνονται ανά τόνο καιγόμενων απορριμάτων, έχουν κάθε λόγο να βλέπουν αυτά τα απορρίματα να αυξάνονται. Η δέσμευση σε ένα αποτεφρωτήρα (με μέσο χρόνο ζωής 25 χρόνια) σημαίνει ουσιαστικά δέσμευση σε ένα αναποτελεσματικό μοντέλο διαχείρισης για μια ολόκληρη γενιά.

Η καύση είναι παρωχημένη τεχνολογία που εγκαταλείπεται

Στις ΗΠΑ και τη Γερμανία, η βιομηχανία καύσης βρίσκεται σε κρίση και ο αριθμός των εργοστασίων καύσης πέφτει διαρκώς τα τελευταία χρόνια ως απόρροια της αντίδρασης των πολιτών, αλλά και της προώθησης προγραμμάτων ανακύκλωσης [10]. Έτσι, η γερμανική βιομηχανία της καύσης ψάχνει να βρει καινούρια κορόιδα στην Ελλάδα και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, με την αγαστή συνεργασία του κυρίου Μπουτάρη.

[1] Allsopp M, Costner P, Johnston P, (2001). Incineration and human health. State of knowledge of the impacts of waste incinerators on human health. Greenpeace Research Laboratories. University of Exeter, UK.
[2] Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2001). Στρατηγική της Κοινότητας για τις διοξίνες, τα φουράνια και τα πολυχλωριωμένα διφαινύλια. Ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή. Βρυξέλλες, 24.10.2001. COM(2001) 593 τελικό.
[3] Pirrone, Nicola et al. (1996). “Regional Differences in Worldwide Emissions of Mercury to the Atmosphere,” Atmospheric Environment, vol. 30, no. 17, pp. 2981-1987.
[4] Schmid, J., Elser, A., Strobel, R., Crowe, M. (2000). Dangerous Substances in Waste. Copenhagen: European Environment Agency. Technical Report No 38. http://www.eea.eu.int
[5] Howard, C.V., (2000). “Particulate Aerosols, Incinerators and Health,” in P. Nicolopoulou-Stamini, ed., Health Impacts of Waste Management Policies, Proceedings of the Seminar “Health Impacts of Waste Management Policies” (Hippocrates Foundation, Kos, Greece, 12-14 Nov 1998), Kluwer Academic Publishers.
[6] Chang, M., and Lin, J., (2001). “Memory Effect on the Dioxin Emissions from Municipal Waste Incinerator in Taiwan” Chemosphere, vol. 45, pp. 1151-1157.
[7] Blue Ridge Environmental Defense League (2002). Incineration and gasification: a toxic comparison, 12 April 2002. http://www.bredl.org
[8] Greenpeace (2001). The Construction Cost of Municipal Waste Incinerators Counter Measures against Dioxin. The Entire Picture of Domestic Expenditure and Its Trend (Interim Report). Greenpeace Japan & Greenpeace International, 21-5-2001. http://www.greenpeace.org
[9] Hogg et al (2002). Costs for Municipal Waste Management in the EU. Final Report to DG Environment, European Commission. Eunomia Research & Consulting.
[10] GAIA (2003). Waste incineration: a dying technology. Global Anti-Incinerator Alliance – Global Alliance for Incinerator Alternatives, http://www.no-burn.org
[11] Institute for Local Self-Reliance (ILSR), (1997). , Job Creation: Reuse and Recycling versus Disposal (Chart), Washington, DC, http://www.ilsr.org/recycling
[12] Morris, Jeffrey, and Canzoneri, Diana, (2000) Recycling Versus Incineration: An Energy Conservation Analysis. Sound Resource Management Group (SRMG) Seattle, Washington, September, 1992. (This report has been summarized in the Sound Resource Management’s publication, The Monthly UnEconomist, vol. 2, no. 2-4, February, March and April 2000.)
[13] Greenpeace UK Incineration Report 2001. http://www.greenpeace.org.uk

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s