Μια άλλη στρατηγική για την πόλη

thessaloniki-panoramikiΗ συμβολική παράσταση διαμαρτυρίας που πραγματοποιήσαμε την Παρασκευή 14/03 ενάντια στην πρωτοβουλία Pro Work, είχε μεταξύ άλλων και στόχο στο να ανοίξει επί τέλους η συζήτηση πάνω στην αναπτυξιακή στρατηγική που πρέπει να ακολουθήσει η πόλη μας. Μια συζήτηση, που δυστυχώς έπρεπε να είχε ξεκινήσει 20 χρόνια πριν, όταν μεταβλήθηκαν θεαματικά τα γεωπολιτικά δεδομένα της ευρύτερης περιοχής, με συνέπεια να ανοίξουν άλλες, ανεκμετάλλευτες μέχρι σήμερα δυνατότητες για την πόλη και τη χώρα, σε σχέση με τον διεθνή προσανατολισμό της.

Πιστεύουμε ότι ακόμα και σήμερα, πάνω στο ζήτημα συγκρούονται δύο προοπτικές.

Η μία βαίνει σήμερα προς υλοποίηση. Είναι μια στρατηγική που εκφράζει την πολιτική ελίτ της πόλης, τα μεγάλα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα που διασταυρώνονται επάνω της: Ένα παρασιτικό μοντέλο ανάπτυξης που στηρίζεται στην μονοκαλλιέργεια του μαζικού τουρισμού, και μια γεωπολιτική στρατηγική που θέλει να την μεταβάλει σε παίγνιο ευρύτερων γεωπολιτικών σχεδίων που αξιώνουν την αποικιακή αναδιοργάνωση των Βαλκανίων.

Η διεθνής εμπειρία, εντός και εκτός της Ε.Ε., έχει αποδείξει ότι αυτό το μοντέλο ευνοεί μεν την ραγδαία οικονομική ανάπτυξη συγκεκριμένων κλάδων –οι οποίοι μάλιστα χαρακτηρίζονται από υψηλό επίπεδο συγκεντροποίησης, προωθούν άθλιες συνθήκες εργασίας, και κυριαρχούνται στη βάση τους από χαμηλόμισθες θέσεις εργασίας.

Την ίδια στιγμή, επειδή θέτουν την ανάπτυξη του τουρισμού σε ανταγωνιστική βάση με τους υπόλοιπους κλάδους, χαρακτηρίζονται ταυτόχρονα από υψηλό βαθμό αποβιομηχάνισης. Δεν είναι τυχαίο, ότι στην Ελλάδα και πολύ λιγότερο στην Ισπανία που ακολουθούν πιο φανατικά αυτό το μοντέλο, έχουμε την ανάπτυξη παρόμοιων, αρνητικών κοινωνικών φαινομένων: Έντονες ανισότητες, διόγκωση της μαύρης εργασίας, τους υψηλότερους στην Ε.Ε. δείκτες ανεργίας, και μεγάλη «διαρροή εγκεφάλων».

Ακόμα, αξίζει να σημειώσουμε τις ευρύτερες, εξω-οικονομικές συνέπειες αυτού του μοντέλου για την πόλη. Κατ’ αρχάς συνδέεται με μια συγκεκριμένη γεωπολιτική στόχευση: Η συγκεκριμένη εκδοχή της «τουριστικής Θεσσαλονίκης» έτσι όπως πάει να υλοποιηθεί συγχρονίζεται πλήρως μ’ ένα αυτοκρατορικό σύστημα αναδιοργάνωσης της Βαλκανικής, με άμεσο κέντρο την Κωνσταντινούπολη και κέντρο υψηλής επιστασίας το Βερολίνο. Πρόκειται για ένα πολύ παλιό σχέδιο περιφερειακής ηγεμονίας, μια πάγια γεωστρατηγική επιδίωξη του άξονα Άγκυρας-Βερολίνου, η οποία εμφανίζεται κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, παίζει καθοριστικό ρόλο στην συγκρότηση του «Γερμανικού μπλοκ», και έκτοτε ενεργοποιείται όποτε το επιτρέπει η διεθνής γεωπολιτική συγκυρία.

Η σύγχρονη εκδοχή του «καλώς ήλθε το δολάριο» που προωθείται σήμερα στην πόλη από την παρούσα διοίκηση του Δήμου, και τα μεγάλα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα «πάει πακέτο» με τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την υπαγωγή του ελληνικού χώρου,, και της Βόρειας Ελλάδας γενικότερα, στις μεγάλες σφαίρες επιρροής που διασταυρώνονται πάνω από τα Βαλκάνια. Διόλου τυχαίο, δεν είναι ότι ο Δήμαρχος έχει ταυτιστεί λόγω και έργω, τόσο με την μία στρατηγική, όσο και με την άλλη.

Μια άλλη στρατηγική για την πόλη   

Κι όμως, οι αδήριτες ιστορικές, γεωπολιτικές και γεωοικονομικές πραγματικότητες της Θεσσαλονίκης, καθιστούν προοπτικά εφικτή μιαν άλλη στρατηγική για την Θεσσαλονίκη. Αυτήν της «οργανικής» και πολύπλευρης οικονομικής και πολιτιστικής ανάπτυξης της πόλης, ως κόμβου των Βαλκανίων και της Ανατολικής Ευρώπης. Ενός μοντέλου ανάπτυξης που μπορεί μας οδηγήσει σ’ ένα μέλλον με μικρότερη ανεργία, λιγότερες ανισότητες, καλύτερη ποιότητα ζωής, και βέβαια περισσότερη αυτονομία και όχι αποικιακή υποδούλωση.

Επιγραμματικά, οι προϋποθέσεις για μια τέτοια στρατηγική δίδονται ως εξής:

Α) Παραγωγική ανασυγκρότηση της Θεσσαλονίκης, μέσα από τη σύσταση ενός εκτεταμένου, συντονισμένου παραγωγικού δικτύου που καλύπτει όλη τη Βόρειο Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο, εξ άλλου, ότι όλες οι σημαντικές πόλεις της Β. Ελλάδας (από την Κοζάνη και την Νάουσα, μέχρι την Καβάλα) είχαν στο παρελθόν έντονη παραγωγική δραστηριότητα.

Κεντρικό ρόλο σε αυτό το σχέδιο έχει το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης, το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο των Βαλκανίων. Αυτή τη στιγμή, η κύρια λειτουργία του είναι να διαμορφώνει εξειδικευμένους επιστήμονες που… εγκαταλείπουν τη χώρα, ή που ετερο-απασχολούνται σε δουλειές του ποδαριού.

Μ’ έναν συστηματικό συντονισμό όλων των φορέων της πόλης, υπό την πρωτοβουλία του Δήμου, θα μπορούσε να αναδιοργανωθεί η πανεπιστημιακή έρευνα προς την κατεύθυνση ανασυγκρότησης του παραγωγικού ιστού. Προς την κατεύθυνση της μικρής και της μεσαίας παραγωγής, υψηλής τεχνολογικής συνθέσεως (το περίφημο μοντέλο της «τρίτης Ιταλίας»). Το γεγονός ότι αυτήν την στιγμή στην πόλη, υπάρχουν διάσπαρτες επιχειρήσεις που αναπτύσσονται προς αυτήν την κατεύθυνση καταγράφοντας μάλιστα αξιοσημείωτες επιτυχίες, δίνει ένα μικρό παράδειγμα για το τι θα μπορούσε να έχει γίνει προς αυτήν την κατεύθυνση εάν υπήρχε πολιτική στήριξη σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης, και βέβαια κεντρικής εξουσίας.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο τουρισμός προφανώς κι έχει θέση. Όχι όμως σ’ ένα μοντέλο «Ταϋλάνδης». Μιλάμε για ένα τουριστικό μοντέλο ήπιο, με έμφαση στις ποιοτικότερες εκδοχές (συνεδριακός, ιστορικός τουρισμός), στηριγμένο στον πλούτο του διατροφικού μας πολιτισμού, και ως εκ τούτου προσανατολισμένου στο να στηρίζει με τις δραστηριότητές την ντόπια παραγωγή. Και εξάλλου δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι επειδή ο εξωτερικός τουρισμός στηρίζεται αποκλειστικά στη διεθνή συγκυρία είναι απολύτως επισφαλής. Για παράδειγμα οι συγκρούσεις στην Ουκρανία, η επίταση αναταραχών στην Τουρκία ή μια νέα Αραβοισρηλινή σύγκρουση θα έπλητταν αυτομάτως το «τουριστικό προϊόν». Κατά συνέπεια το μοντέλο ανάπτυξης πρέπει να είναι και πολυμερές και πολύμορφο και κατ’ εξοχήν ενδογενές και πάνω σε αυτό να στηριχτεί η εξωστρέφεια. Εξάλλου όλα τα επιτυχημένα υποδείγματα έτσι προχώρησαν. Η εξωστρέφεια της γερμανικής βιομηχανίας στηρίχτηκε σε αιώνων εσωτερική βιομηχανική ανάπτυξη.

Η παραγωγική ανασυγκρότηση της Θεσσαλονίκης, είναι αξεδιάλυτα δεμένη με την πυκνότερη διασύνδεσή της με την υπόλοιπη Βόρειο Ελλάδα –καθώς μπορεί να γίνει ξανά σημαντικός διαμετακομιστικός κόμβος του παραγωγικού δικτύου που μπορεί να οργανωθεί στην περιοχή.

Επίσης, δεν μπορεί παρά να συνδέεται με το ‘άνοιγμα’ των οριζόντων της πόλης στην βαλκανική της ενδοχώρα, και την ανάπτυξη εκτεταμένων σχέσεων ανταλλαγής προϊόντων, τεχνογνωσίας, κοινών παραγωγικών εγχειρημάτων, πολιτιστικών ανταλλαγών.

Δεν είναι απλώς μια δυνατότητα, είναι μια προοπτική διαθέτει ιστορικότητα –κατά το παρελθόν η οικονομική και κοινωνική αναγέννηση του υπόδουλου ελληνισμού κατά τον 17ο και κατά τον 18ο αιώνα, η αναγέννηση των άλλων υπόδουλων βαλκανικών λαών, πραγματοποιήθηκε ενεργοποιώντας αυτά ακριβώς τα γεω-οικονομικά δεδομένα. Διότι είναι εγγεγραμμένα τόσο στις πάγιες αντικειμενικές συνθήκες (γεωγραφικό συνεχές) όσο και στις ιστορικές πραγματικότητες των λαών αυτής της περιοχής (συμπληρωματικότητα των οικονομικών δομών, και κοινή ιστορική μοίρα).

Β) Συστηματική αξιοποίηση της ιστορικής κληρονομιάς της πόλης, προς την κατεύθυνση της ενεργοποίησης του κομβικού περιφερειακού πολιτιστικού της ρόλου. Η Θεσσαλονίκη αποτελεί ιστορικά μια πόλη-κόμβος του πολιτιστικού χώρου της Ανατολικής Ευρώπης. Βυζαντινή συμβουλεύουσα, πόλη του Κύριλλου και του Μεθοδίου, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πολιτιστική εξέλιξη των λαών της ευρύτερης περιοχής.

Αυτή η κληρονομιά, μπορεί σήμερα να παίξει αποφασιστικό ρόλο στην ανασυγκρότηση του ανατολικού σκέλους της Ευρώπης, που αυτήν την στιγμή βουλιάζει σ’ έναν εφιάλτη αποικιοποίησης, εμφύλιων σπαραγμών, οικονομικής λεηλασίας.

Όχι, δεν πρόκειται για ετεροχρονισμένη ουτοπία. Αντίστοιχες στρατηγικές ξεδιπλώνονται και αποτελούν τη βάση της αδέσμευτης περιφερειακής συνεργασίας των μεγάλων πολιτισμικών χώρων στον εκτός της Δύσης κόσμο: Τόσο στην Νοτιο-ανατολική Ασία, όσο και στην Λατινική Αμερική. Γεγονός διόλου τυχαίο, καθώς η σύμμειξη του πολιτισμού παράγοντα, η αξιοποίηση των ιστορικών δεδομένων, των γεωπολιτικών, και της οικονομίας αποτελεί τον κατ εξοχήν τρόπο με τον οποίον σχεδιάζεται η οικονομική ανάπτυξη κατά τον 21ο αιώνα.

Υπό αυτήν την έννοια, η Θεσσαλονίκη μπορεί να εξελιχθεί σε κόμβο πολιτιστικών ανταλλαγών των λαών της Βαλκανικής, και ευρύτερα, της Ανατολικής Ευρώπης. Οι εκφράσεις που μπορεί να  πάρει μια τέτοια στρατηγική είναι, πραγματικά, αμέτρητες.   Ας δώσουμε ένα παράδειγμα: Ας φανταστούμε πόσο διαφορετικό θα ήταν το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης: Αντί να έχει έναν αφηρημένα «διεθνή» χαρακτήρα, που εν τέλει το καθιστά «φτωχό συγγενή» των αντίστοιχων μεγάλων ευρωπαϊκών φεστιβάλ, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πόλο έκφρασης της βαλκανικής, και ευρύτερα νοτιο-ανατολικής δημιουργίας. Με έμφαση στην πολιτιστική παραγωγή, και όχι στην ανα-παραγωγή, συντονισμό των μεγάλων σχολών κινηματογράφου –με έμφαση στην ανάδειξη νέων δημιουργών. Τότε, θα ήταν και πραγματικά Διεθνές, με την έννοια ότι θα είχε συγκεκριμένο και σημαντικό ρόλο στον παγκόσμιο κινηματογραφικό χάρτη.

Προς την ίδια κατεύθυνση, θα μπορούσε να καταστεί η πόλη διεθνές κέντρο Βυζαντινών και Μεσαιωνικών Σπουδών της Ανατολικής Ευρώπης. Και βέβαια, δεν γίνεται να αφήσουμε απ’ έξω την πρόσφατη παράδοση υψηλής πολιτιστικής δημιουργίας την «Θεσσαλονίκη των ποιητών και των τραγουδοποιών», κληρονομιά που μπορεί να αποτελέσει την βάση για την μεταβολή των σχετικών ανθρωπιστικών σχολών του πανεπιστημίου σε κέντρα μελέτης αυτής της τόσο ξεχωριστής συνιστώσας του εθνικού μας πολιτισμού.

Προφανώς, όλα αυτά απαιτούν (και ενθαρρύνουν) μια «πολιτιστική επανάσταση» για την πόλη. Μια μεταβολή των συλλογικών νοοτροπιών. Θέλουν, για παράδειγμα το πανεπιστήμιο να λειτουργεί ως πνευματικό-εκπαιδευτικό κέντρο, και να ξεφύγει από την κατάσταση που βρίσκεται σήμερα. Το ίδιο και για τους άλλους θεσμούς της πόλης, από τα επιμελητήρια μέχρι το εργατικό κέντρο –και κυρίως τον Δήμο Θεσσαλονίκης: Αυτό το όραμα, απαιτεί μια ευρύτερη αναγέννηση των θεσμών. Και κυρίως, μια τομή στην απάθεια και την αποστράτευση -μια άνθιση της συμμετοχικής δημοκρατίας.

Να αλλάξουμε δηλαδή, την οπτική γωνία που βλέπουμε τα πράγματα. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, αυτό που επιβεβαιώνεται στο πέρασμα από τον 20ο στον 21ο αιώνα, είναι ότι πραγματικός πυρήνας του οποίου οικονομικού δυναμισμού, είναι το όραμα και οι αρχές, οι στρατηγικές μεγάλης πνοής. Κι αυτό γιατί δεν βρίσκεται μόνο η πόλη ή η χώρα σε κρίση, αλλά ολόκληρο το παγκόσμιο κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό μοντέλο.

Τέλος, αξίζει να σημειώσουμε και τούτο: Δεν γίνεται να αντιμετωπίσουμε την υλική και πνευματική αποσύνθεση χρησιμοποιώντας ως εργαλεία τα στοιχεία εκείνα που ευθύνονται για την κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε. Και ακριβώς αυτή η αντίληψη για τον μαζικό τουρισμό ως πανάκεια διά κάθε νόσο, αποτελεί αναπαραγωγή του παρασιτισμού που μας έφτασε σε αυτήν την κατάσταση, και όχι υπέρβασή του. Ας θυμηθούμε τι πάθαμε από αντίστοιχες, ψεύτικες «μεγάλες ιδέες» στο πρόσφατο παρελθόν. Ας ανακαλέσουμε τη μνήμη πως χρησιμοποιήθηκε η προοπτική της Ολυμπιάδας του 2004, ως υποτιθέμενη απάντηση στην οικονομική στασιμότητα της πρωτεύουσας. Αντί για την «αποφασιστική ευκαιρία» που μας έταξαν, μπήκαμε σε μια περιπέτεια που μας κατάντησε σε χρεοκοπημένο κράτος.

Δέκα χρόνια μετά, ακούμε τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα σ’ ένα άλλο πλαίσιο, για την Θεσσαλονίκη. Βεβαίως, κάποιοι κέρδισαν τότε, κάποιοι φιλοδοξούν να κερδίσουν και τώρα. Για τους υπόλοιπους ισχύει το πανάρχαιο ρητό: «το δις εξαμαρτείν…».

menoumethess_550_300_pix

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s